παραβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραβαίνω < αρχαία ελληνική παραβαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραβαίνω

  • δεν τηρώ ό,τι επιβάλλει ένας νόμος, κανονισμός, όρος συμφωνίας κ.λπ, ενεργώ κατά τρόπο αντίθετο από ό,τι αυτά επιβάλλουν

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραβαίνω < παρά + βαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραβαίνω

  1. βαδίζω ή στέκομαι δίπλα σε κάποιον
  2. προχωρώ πέρα από ένα ορισμένο σημείο, παραβαίνω
  3. προχωρώ προς τα εμπρός
  4. (αρχαία κωμωδία) προχωρώ προς τα εμπρός για να μιλήσω στους θεατές (βλέπε παράβαση)
  5. αφήνω κάτι να περάσει, να μου διαφύγει