παραβιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραβιάζω < αρχαία ελληνική παραβιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραβιάζω

  1. ενεργώ αντίθετα με νόμο, συνθήκη, συμφωνία
    συνώνυμα: αθετώ, παραβαίνω, καταστρατηγώ
  2. χρησιμοποιώ βία ή διαρρηκτικά εργαλεία για να μπω κάπου
    οι διαρρήκτες μπήκαν από την κεντρική είσοδο αφού την παραβίασαν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]