παραγιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παραγιός οι παραγιοί
      γενική του παραγιού των παραγιών
    αιτιατική τον παραγιό τους παραγιούς
     κλητική παραγιέ παραγιοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραγιός < παρά + γιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραγιός αρσενικό (όχι ιδιαίτερα δόκιμο στον πληθυντικό)

  1. νεαρό άτομο που μαθαίνει κάποια τέχνη δουλεύοντας σε κάποιον τεχνίτη
  2. ο υπηρέτης
  3. θετός γιος, ψυχογιός, επίσημα ή ανεπίσημα υιοθετημένος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]