παραγνωρισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραγνωρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραγνωρίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]παραγνωρισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη παραγνωρίζω
παραγνωρισμένος, -η, -ο