παραγραφή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραγραφή παραγραφές
γενική παραγραφής παραγραφών
αιτιατική παραγραφή παραγραφές
κλητική παραγραφή παραγραφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραγραφή < αρχαία ελληνική παραγραφή < παρά + γραφή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραγραφή θηλυκό

  • (νομικός όρος) η διαγραφή των συνεπειών ενός διαπραχθέντος αδικήματος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική παραγραφή παραγραφά παραγραφαί
Γενική παραγραφῆς παραγραφαῖν παραγραφῶν
Δοτική παραγραφ παραγραφαῖν παραγραφαῖς
Αιτιατική παραγραφήν παραγραφά παραγραφάς
Κλητική παραγραφή παραγραφά παραγραφαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραγραφή < παρά + γραφή < γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραγραφή θηλυκό

  1. οτιδήποτε γράφεται δίπλα
  2. σημείωση στο περιθώριο που δηλώνει το τέλος μιας περιόδου
  3. παράγραφος
  4. σύντομη περίληψη μιας υπόθεσης
  5. (νομικός όρος) ένσταση
  6. (νομικός όρος) ένδικο μέσο αναβολής
  7. (νομικός όρος) (ελληνιστική κοινή) νομική εξαίρεση