Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραγραφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραγραφή οι παραγραφές
      γενική της παραγραφής των παραγραφών
    αιτιατική την παραγραφή τις παραγραφές
     κλητική παραγραφή παραγραφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραγραφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραγραφή < παραγράφω < παρα- + γράφω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραγραφή θηλυκό

  • (νομικός όρος) η διαγραφή των συνεπειών ενός διαπραχθέντος αδικήματος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα
      [] κατά την κρατούσα άποψη των μελετητών του δικαίου της κλασικής Αθήνας, η προβολή της παραγραφής, δεν διέκοπτε την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία. Η δίκη συνεχίζονταν με ανεστραμμένη πλέον τη δικονομική θέση των διαδίκων, οπότε ο εναγόμενος έπαιρνε πλέον πρώτος στο λόγο. Αν η ένσταση γινόταν δεκτή από τους δικαστές, τότε η αναβληθείσα αρχική δίκη δεν προχωρούσε, εφόσον δεν εξετάζονταν η υπόθεση κατ' ουσίαν.
    Κασιδάκη Ευθυμία, Η ανθρωποκτονία στο δίκαιο της Αρχαίας Αθήνας, μέσα από τους λόγους του Αντιφώντα, μεταπτυχιακή εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Ιδιωτικού Δικαίου, Κομοτηνή, 2024, σελ. 25

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παραγραφή αἱ παραγραφαί
      γενική τῆς παραγραφῆς τῶν παραγραφῶν
      δοτική τῇ παραγραφ ταῖς παραγραφαῖς
    αιτιατική τὴν παραγραφήν τὰς παραγραφᾱ́ς
     κλητική ! παραγραφή παραγραφαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παραγραφᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  παραγραφαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραγραφή < παραγράφω < παρα- + γράφω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραγραφή θηλυκό

  1. οτιδήποτε γράφεται δίπλα
  2. σημείωση στο περιθώριο που δηλώνει το τέλος μιας περιόδου
  3. παράγραφος
  4. σύντομη περίληψη μιας υπόθεσης
  5. (νομικός όρος) ένσταση
  6. (νομικός όρος) ένδικο μέσο αναβολής
  7. (ελληνιστική σημασία, νομικός όρος) νομική εξαίρεση