παραγωγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : παράγωγος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραγωγός παραγωγοί
γενική παραγωγού παραγωγών
αιτιατική παραγωγό παραγωγούς
κλητική παραγωγέ παραγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραγωγός < ελληνιστική κοινή παραγωγός, (σημασιολογικό δάνειο) τη γαλλική producteur (αρχαία σημασία παραπλανητικός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. κάποιος ο οποίος παράγει αγαθά από υλικά πρωτογενούς ή δευτερογενούς παραγωγής
  2. (τέχνες) κάποιος ο οποίος χρηματοδοτεί την παραγωγή ενός έργου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]