παραγόμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραγόμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραγόμενος, μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος παράγω
Μετοχή
[επεξεργασία]παραγόμενος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος παράγω
Οι παραγόμενες ποσότητες θα διοχετεύονται στην εσωτερική αγορά
Οι παραγόμενες ποσότητες την εποχή εκείνη δεν αρκούσαν για...
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]παραγόμενος, -η, -ον
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
- Μετοχές με κλίση 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)