Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραδέχομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραδέχομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παραδέχομαι < παρα- + δέχομαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾaˈðe.xo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παραδέχομαι

παραδέχομαι, π.αόρ.: παραδέχτηκα/παραδέχθηκα, μτχ.π.π.: παραδεδεγμένος[1] (αποθετικό ρήμα)

  1. δέχομαι ως σωστό, συμφωνώ με κάτι
    παράδειγμα Δεν παραδέχεται ότι έκανε λάθος.
      κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
  2. επιβεβαιώνω κάποια αλήθεια, συνήθως ομολογώντας κάτι
    παράδειγμα Παραδέχομαι ότι φοβάμαι τα αεροπλάνα.
  3. θεωρώ κάποιον ικανό και άξιο
    παράδειγμα Την παραδέχτηκα χθες, διότι είχε το θάρρος να επιμένει στην άποψή της.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992).



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραδέχομαι < παρα- + δέχομαι


ζητούμενο λήμμα