Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραδεδεγμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραδεδεγμένος η παραδεδεγμένη το παραδεδεγμένο
      γενική του παραδεδεγμένου της παραδεδεγμένης του παραδεδεγμένου
    αιτιατική τον παραδεδεγμένο την παραδεδεγμένη το παραδεδεγμένο
     κλητική παραδεδεγμένε παραδεδεγμένη παραδεδεγμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραδεδεγμένοι οι παραδεδεγμένες τα παραδεδεγμένα
      γενική των παραδεδεγμένων των παραδεδεγμένων των παραδεδεγμένων
    αιτιατική τους παραδεδεγμένους τις παραδεδεγμένες τα παραδεδεγμένα
     κλητική παραδεδεγμένοι παραδεδεγμένες παραδεδεγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραδεδεγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραδέχομαι

Μετοχή

[επεξεργασία]

παραδεδεγμένος, -η, -ο (μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό)

  • (λόγιο) που έχει γίνει ευρέως αποδεκτός ή καθιερωμένος
      Κατά μία άποψη η απαγόρευση της ομαδικής απέλασης εντάσσεται στους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
    Μουδράκης Χρήστος, Ο ακυρωτικός έλεγχος των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, [Μεταπτυχιακή εργασία], Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Νομικής, Τμήμα Νομικής, Κομοτηνή 2016 @repo.lib.duth.gr
      Οι νέοι είναι φιλοπρόοδοι ενώ ιδίως η Αφροδίτη και ο Πάτροκλος διαπνέονται από φιλελεύθερες και ριζοσπαστικές αντιλήψεις αμφισβητώντας την ορθότητα των παραδεδεγμένων αξιών και των εθίμων, γεγονός που οξύνει τον εκνευρισμό και την αποδοκιμασία του Μανούσου.
    Τσακίρη Βικτώρια, Αναπαραστάσεις της κρητικής διαλέκτου στα Κείμενα Μαζικής Κουλτούρας. Διδακτικές προτάσεις στο πλαίσιο του κριτικού γραμματισμού, διπλωματική εργασία, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, ΠΜΣ Σύγχρονες τάσεις στην ανάλυση και διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας, Πειραιάς 2022 @apothesis.eap.gr
      Η ορθογραφία εξ ορισμού, σημαίνει την ορθή - τυπική γραφή μιας λέξης με βάση τον κανόνα. Κατά συνέπεια, η ορθογραφία είναι η προσπάθεια διατήρησης των παραδεδεγμένων γλωσσικών μορφών ή απλούστερα της γλωσσικής νόρμας.
    Καντζέλη Βασιλική, Η διάκριση μεταξύ του γλωσσικού και του ορθογραφικού λάθους στον λόγο των φυσικών ομιλητών της Ελληνικής. Μια θεωρητική σύνθεση., [μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία], Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Σχολή Επιστημών της Αγωγής, Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, Ιωάννινα 2018 @olympias.lib.uoi.gr
     συνώνυμα: αναγνωρισμένος, αποδεκτός, καθιερωμένος, παραδεκτός, παγιωμένος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • παραδεδεγμένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • παραδεδεγμένος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική παραδεδεγμένος παραδεδεγμένη τὸ παραδεδεγμένον
      γενική τοῦ παραδεδεγμένου τῆς παραδεδεγμένης τοῦ παραδεδεγμένου
      δοτική τῷ παραδεδεγμέν τῇ παραδεδεγμέν τῷ παραδεδεγμέν
    αιτιατική τὸν παραδεδεγμένον τὴν παραδεδεγμένην τὸ παραδεδεγμένον
     κλητική ! παραδεδεγμένε παραδεδεγμένη παραδεδεγμένον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ παραδεδεγμένοι αἱ παραδεδεγμέναι τὰ παραδεδεγμέν
      γενική τῶν παραδεδεγμένων τῶν παραδεδεγμένων τῶν παραδεδεγμένων
      δοτική τοῖς παραδεδεγμένοις ταῖς παραδεδεγμέναις τοῖς παραδεδεγμένοις
    αιτιατική τοὺς παραδεδεγμένους τὰς παραδεδεγμένᾱς τὰ παραδεδεγμέν
     κλητική ! παραδεδεγμένοι παραδεδεγμέναι παραδεδεγμέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ παραδεδεγμένω τὼ παραδεδεγμέν τὼ παραδεδεγμένω
      γεν-δοτ τοῖν παραδεδεγμένοιν τοῖν παραδεδεγμέναιν τοῖν παραδεδεγμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μετοχή

[επεξεργασία]

παραδεδεγμένος, -η, -ον

  • μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου (παραδέδεγμαι) του μεσοπαθητικού ρήματος παραδέχομαι
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Ἐπιστολαίw (αμφισβητείται), 2, 310ε @scaife.perseus
    μὴ λανθανέτω δέ σε ὅτι οὐδʼ εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον σιγηθήσεται· τοιοῦτοι οἱ παραδεδεγμένοι εἰσὶν αὐτήν, ἅτε οὐκ ὀλίγην γεγενημένην οὐδʼ ἠρέμα.
    Μη σου διαφεύγει ότι ούτε στο μέλλον θα σιωπήσει· τέτοιοι είναι αυτοί που την έχουν παραλάβει, αφού δεν έχει υπάρξει ούτε μικρή ούτε ήσυχη.
    Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
      2ος κε αιώνας, Ἀππιανός Ἀλεξανδρεύς, Ρωμαϊκά, Ἐμφύλιοι πόλεμοι Β΄, 2.3.16 @perseus.tufts.edu
    ὁ δὲ Μίλωνα, τὸν σὺν τῷ Κλωδίῳ τὴν ἀρχὴν παραδεδεγμένον, θρασύτερον ὄντα τοῦ Κλωδίου, []
    Ο δε τον Μίλωνα, που είχε αναλάβει την εξουσία μαζί με τον Κλώδιο, επειδή ήταν πιο τολμηρός από τον Κλώδιο, []
    Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.