παραδομένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραδομένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραδίδω, παραδίδομαι και παραδίνω, παραδίνομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]παραδομένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη παραδίδω
- ※ Αντίθετα, νομίζω ότι μια διόρθωση της παραδομένης γραφής Ἀσίαν, σε Ἀσίνην, όχι μόνο δικαιολογείται παλαιογραφικά, αλλά και αποκαθιστά νοηματικά το χωρίο. (Δωδώνη, τόμος 23, τεύχος 2, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1994, σελ. 229)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παραδομένος
|
|