παραδουλεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραδουλεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραδουλεύω
Μετοχή
[επεξεργασία]παραδουλεμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη παραδουλεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παραδουλεμένος
|
|