παραθείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραθείο παραθεία
γενική παραθείου παραθείων
αιτιατική παραθείο παραθεία
κλητική παραθείο παραθεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραθείο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραθείο ουδέτερο

  • Oργανική ένωση, που χρησιμοποιήται ως δραστικό εντομοκτόνο. Είναι ένα κιτρινωπό ελειώδες υγρό, άοσμο και πολύ τοξικό.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]