Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραθεριστής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παραθεριστής οι παραθεριστές
      γενική του παραθεριστή των παραθεριστών
    αιτιατική τον παραθεριστή τους παραθεριστές
     κλητική παραθεριστή παραθεριστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραθεριστής < παραθερίζω + -τής.[1] Η αντίστοιχη λέξη μεσαιωνικής περιόδου έχει διαφορετική σημασία.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραθεριστής αρσενικό (θηλυκό παραθερίστρια)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραθεριστής < από τον αόριστο του ελληνιστική κοινή παραθερίζω + -τής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραθεριστής αρσενικό (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό στην Κρήτη)