Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραθερμασμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραθερμασμένος η παραθερμασμένη το παραθερμασμένο
      γενική του παραθερμασμένου της παραθερμασμένης του παραθερμασμένου
    αιτιατική τον παραθερμασμένο την παραθερμασμένη το παραθερμασμένο
     κλητική παραθερμασμένε παραθερμασμένη παραθερμασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραθερμασμένοι οι παραθερμασμένες τα παραθερμασμένα
      γενική των παραθερμασμένων των παραθερμασμένων των παραθερμασμένων
    αιτιατική τους παραθερμασμένους τις παραθερμασμένες τα παραθερμασμένα
     κλητική παραθερμασμένοι παραθερμασμένες παραθερμασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραθερμασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραθερμαίνω

Μετοχή

[επεξεργασία]

παραθερμασμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]