παρακάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακάνω < παρά + κάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρακάνω

  1. υπερβάλλω σε κάτι, επιμένω υπερβολικά σε μία ενέργεια

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]