παρακέντηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρακέντηση παρακεντήσεις
γενική παρακέντησης
& παρακεντήσεως
παρακεντήσεων
αιτιατική παρακέντηση παρακεντήσεις
κλητική παρακέντηση παρακεντήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακέντηση < παρακεντώ + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρακέντηση θηλυκό

  1. (ιατρική) η ενέργεια του παρακεντώ, η λήψη δείγματος (κυττάρων, σωματικού υγρού κλπ) με βελόνα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]