Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρακαταγωγή

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παρακαταγωγή αἱ παρακαταγωγαί
      γενική τῆς παρακαταγωγῆς τῶν παρακαταγωγῶν
      δοτική τῇ παρακαταγωγ ταῖς παρακαταγωγαῖς
    αιτιατική τὴν παρακαταγωγήν τὰς παρακαταγωγάς
     κλητική ! παρακαταγωγή παρακαταγωγαί
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρακαταγωγή < παρα- + καταγωγή «κατέβασμα» < κατάγω[1] ή κατά τον Δημητράκο < παρακατάγω[2]. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + κατ- + ἀγωγή.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾa.ka.ta.ɣoˈʝi/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: παρακαταγωγή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παρακαταγωγή, -ῆς θηλυκό

  • (αθλητισμός, πάλη) ο παραπλαγιασμός
      12ος αιώνας Ευσταθίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσειαν στο Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis Commentarii ad Homeri iliadem [Εὐσταθίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Σχολιασμοὶ τῆς Ὁμήρου Ἰλιάδος], sumtibus Joann. Aug. Gottl. Weigel, 1828, σελ. 321, σχόλιο στο Ψ της Ιλιάδας (στίχοι 730 και εξής @greek-language.gr) για την πάλη του Οδυσσέα με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο Τα σχόλια @poesialatina.it γλώσσα: λόγια μεσαιωνική
    ἄρας δὲ ὀλίγον καὶ ὅσον τῆς στάσεως παρασαλεῦσαι τῷ δεξιῷ γόνατι περιτρίβει τὸ ἀριστερὸν σκέλος. καὶ πίπτουσι πλάγιοι, ἢ ἄκοντος Ὀδυσσέως τοῦτο παθόντος, ἢ ἐντάσει τοῦ βάρους συναποκυλίσαντος ἑαυτῷ τὸν Αἴαντα. τοῦτο δὲ τὸ σχῆμα τῆς πάλης οἱ μὲν μεταπλασμόν, οἱ δὲ παρακαταγωγὴν ὀνομάζουσι. καὶ ταῦτα μὲν οἱ παλαιοί.
    Αφού σήκωσε λίγο και τόσο όσο να κλονίσει τη στάση, τρίβει το αριστερό σκέλος με το δεξί του γόνατο. Και πέφτουν στα πλάγια, είτε επειδή ο Οδυσσέας τούτο έπαθε άθελά του, είτε επειδή η ένταση του βάρους παρέσυρε μαζί του τον Αίαντα. Αυτό το σχήμα / η τεχνική της πάλης ονομάζεται από κάποιους «μεταπλασμός», ενώ από άλλους «παρακαταγωγή». Αυτά έλεγαν οι παλαιοί.
      1964 Δημήτριος Δημητράκος, Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, σελ. 5439
    παρακατᾰγωγή (ἡ) (παρακατάγω) σχόλ. σχῆμα πάλης ἐπίβουλον, ὑποσκελισμός, πεδούκλωμα : Σχόλ.Ἰλ.Ψ 730 τὸ μέντοι σχῆμα οἱ μὲν παράπλασταν, οἱ δὲ παρακαταγωγὴν ὀνομάζουσιν.
     συνώνυμα: μεταπλασμός

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  2. παρακαταγωγή σελ.5439 -  Δημήτριος Β. Δημητράκος (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)