παρακινδύνευσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παρακινδύνευσῐς αἱ παρακινδυνεύσεις
      γενική τῆς παρακινδυνεύσεως τῶν παρακινδυνεύσεων
      δοτική τῇ παρακινδυνεύσει ταῖς παρακινδυνεύσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν παρακινδύνευσῐν τὰς παρακινδυνεύσεις
     κλητική ! παρακινδύνευσῐ παρακινδυνεύσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παρακινδυνεύσει
γεν-δοτ τοῖν  παρακινδυνευσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακινδύνευσις < παρακινδυνεύω + -σις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρακινδύνευσις θηλυκό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]