παρακμιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρακμιακός η παρακμιακή το παρακμιακό
      γενική του παρακμιακού της παρακμιακής του παρακμιακού
    αιτιατική τον παρακμιακό την παρακμιακή το παρακμιακό
     κλητική παρακμιακέ παρακμιακή παρακμιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρακμιακοί οι παρακμιακές τα παρακμιακά
      γενική των παρακμιακών των παρακμιακών των παρακμιακών
    αιτιατική τους παρακμιακούς τις παρακμιακές τα παρακμιακά
     κλητική παρακμιακοί παρακμιακές παρακμιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακμιακός < παρακμ(ή) + -ιακός

Επίθετο[επεξεργασία]

παρακμιακός, -ή, -ό

  1. που παρουσιάζει σημεία παρακμής, αποσύνθεσης, που χαρακτηρίζεται από παρηκμασμένο τρόπο ζωής, επιλογές, που είναι σε διαδρομή φθοράς, δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον, ίσως ανήθικος ή άσωτος
    Κυριαρχούσε παρακμιακό κλίμα
  2. που δημιουργεί σε εποχή παρακμής
  3. που σχετίζεται με το παρακμιακό ρεύμα στη λογοτεχνία, ζωγραφική κ.α.
    • Ο Οσκαρ Ουάιλντ χαρακτηρίζεται ένας από τους σημαντικότερους παρακμιακούς λογοτέχνες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]