παρακολούθηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρακολούθηση παρακολουθήσεις
γενική παρακολούθησης
& παρακολουθήσεως
παρακολουθήσεων
αιτιατική παρακολούθηση παρακολουθήσεις
κλητική παρακολούθηση παρακολουθήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακολούθηση < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρακολούθηση θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. (ιατρική) τακτική εξέταση ασθενούς κατόπιν θεραπείας ή χειρουργείου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]