Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρακοπά

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
δωρική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παρακοπᾱ́ ταὶ παρακοπαί
      γενική τᾶς παρακοπᾶς τᾶν παρακοπᾶν
      δοτική τᾷ παρακοπ ταῖς παρακοπαῖς
    αιτιατική τὰν παρακοπᾱ́ν τὰς παρακοπᾱ́ς
     κλητική ! παρακοπᾱ́ παρακοπαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὰ  παρακοπᾱ́
γεν-δοτ ταῖν  παρακοπαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ἀρετά' όπως «ἀρετά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρακοπά <  δείτε τη λέξη παρακοπή < παρακόπτω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παρακοπά (δωρικός τύπος του παρακοπή)