παρακράτηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | παρακράτηση | οι | παρακρατήσεις |
| γενική | της | παρακράτησης* | των | παρακρατήσεων |
| αιτιατική | την | παρακράτηση | τις | παρακρατήσεις |
| κλητική | παρακράτηση | παρακρατήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, παρακρατήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρακράτηση < παρακρατώ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρακράτηση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παρακρατώ
- ※ Γνώριζαν πολύ καλά τα στέκια των αργυραμοιβών, με παρακράτηση του «νομίμου» ποσοστού από την ανταλλαγή. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)====Δείτε επίσης====