παραλήρημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραλήρημα παραληρήματα
γενική παραληρήματος παραληρημάτων
αιτιατική παραλήρημα παραληρήματα
κλητική παραλήρημα παραληρήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραλήρημα < ελληνιστική κοινή παραλήρημα < αρχαία ελληνική παραληρέω / παραληρῶ < παρά + ληρέω / ληρῶ < λῆρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂- (κρύπτομαι, καλύπτομαι) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική délire)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ˈli.ɾi.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραλήρημα ουδέτερο

  1. ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος, ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα ορισμένων οργανικών ή ψυχικών παθήσεων, παραμιλητό
    τρομώδες παραλήρημα
  2. η φλυαρία
    θεατρικό παραλήρημα
  3. (μεταφορικά) ο λόγος ο οποίος χαρακτηρίζεται από φανατισμό και έλλειψη ειρμού ή η κατάσταση υστερίας και βίαιου ενθουσιασμού
    εθνικιστικό παραλήρημα
    Ανθελληνικό παραλήρημα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]