παραμάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραμάνα οι παραμάνες
      γενική της παραμάνας των παραμανών
    αιτιατική την παραμάνα τις παραμάνες
     κλητική παραμάνα παραμάνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. παραμάνα < παρά + μάνα
  2. παραμάνα < (άμεσο δάνειο) βενετική paraman

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

παραμάνα θηλυκό

  1. (παρωχημένο, επάγγελμα) γυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά έναντι αμοιβής
  2. (επάγγελμα) γυναίκα που έχει σαν επάγγελμα τη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση παιδιών, συνήθως σε μικρή ηλικία
    Άστραψεν η ανατολή, / κούνα, παραμάνα, το παιδί / και βρόντησεν η δύση, κούνα το παιδί/ μην τύχει και ξυπνήσει. (Στίχοι από το παραδοσιακό τραγούδι Άστραψεν η ανατολή)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

η παραμάνα

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

παραμάνα θηλυκό

  1. είδος καρφίτσας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]