παραμονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραμονή οι παραμονές
      γενική της παραμονής των παραμονών
    αιτιατική την παραμονή τις παραμονές
     κλητική παραμονή παραμονές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραμονή < ελληνιστική κοινή παραμονή < αρχαία ελληνική παραμένω < παρά + μένω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραμονή θηλυκό

  1. η διαμονή, η κατοίκηση
    η παραμονή του στο εξωτερικό διάρκεσε ένα μήνα
  2. η συνέχιση της συμμετοχής σε μια κοινότητα, μια ομάδα, έναν οργανισμό κλπ
    Η παραμονή του προπονητή στην ομάδα τον επόμενο χρόνο θεωρείται απίθανη.
    Το κεντρικό ζήτημα των διαβουλεύσεων ήταν η παραμονή της χώρας στη συμμαχία.
  3. η μέρα που προηγείται ενός σημαντικού γεγονότος, γιορτής ή επετείου (και παραμονές)
    Με την οικογένειά της συναντιέται συνήθως παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]