παραμονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραμονή παραμονές
γενική παραμονής παραμονών
αιτιατική παραμονή παραμονές
κλητική παραμονή παραμονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραμονή < ελληνιστική κοινή παραμονή < αρχαία ελληνική παραμένω < παρά + μένω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραμονή θηλυκό

  1. διαμονή, κατοίκηση
    η παραμονή του στο εξωτερικό διάρκεσε ένα μήνα
  2. συνέχιση της συμμετοχής σε μια κοινότητα, μια ομάδα, έναν οργανισμό κλπ
    Η παραμονή του προπονητή στην ομάδα τον επόμενο χρόνο θεωρείται απίθανη.
    Το κεντρικό ζήτημα των διαβουλεύσεων ήταν η παραμονή της χώρας στη συμμαχία.
  3. η μέρα που προηγείται ενός σημαντικού γεγονότος, γιορτής ή επετείου (και παραμονές)
    Με την οικογένειά της συναντιέται συνήθως παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]