παραμόρφωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραμόρφωση παραμορφώσεις
γενική παραμόρφωσης
& παραμορφώσεως
παραμορφώσεων
αιτιατική παραμόρφωση παραμορφώσεις
κλητική παραμόρφωση παραμορφώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραμόρφωση < παραμορφώνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραμόρφωση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμορφώνω
  2. (μουσική) εφέ κιθάρας ή πετάλι που κάνει τον ήχο τραχύ (υπάρχουν και κιθαροπετάλια άλλης διαμόρφωσης)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]