παραπατώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραπατώ < παρά + πατώ

Ρήμα[επεξεργασία]

παραπατώ

  1. πατώ κάπου απρόσεχτα και σκοντάφτω.

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]