παραπλήρωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραπλήρωμα παραπληρώματα
γενική παραπληρώματος παραπληρωμάτων
αιτιατική παραπλήρωμα παραπληρώματα
κλητική παραπλήρωμα παραπληρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραπλήρωμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραπλήρωμα ουδέτερο

  1. συμπλήρωμα, αυτό που προστίθεται σε κάτι, που συμπληρώνεται με κάτι
  2. (γεωμ.) κάθε γωνία που μαζί με μια άλλη μας δίνει άθροισμα δύο ορθών γωνιών


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]