παραποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραποιώ < αρχαία ελληνική παραποιῶ (παρά + ποιῶ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραποιώ

  1. αλλοιώνω κάτι με σκοπό να επωφεληθώ
    ήθελε να παραποιήσει τη φωτογραφία του για να μην τον αναγνωρίζουν
    οι ψευδομάρτυρες συνήθως παραποιούν τα γεγονότα
    οι δηλώσεις μου διαστρεβλώθηκαν, τα γεγονότα παραποιήθηκαν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: ποιώ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]