παραπομπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραπομπή παραπομπές
γενική παραπομπής παραπομπών
αιτιατική παραπομπή παραπομπές
κλητική παραπομπή παραπομπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παραπομπή
  1. αρχαία ελληνική παραπομπή
  2. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική renvoi

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παραπομπή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
  2. η αναφορά σε κάποιον ή κάτι
  3. η μεταφορά μιας υπόθεσης σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία
    η ανακάλυψη νέων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υπόθεσης στον εισαγγελέα
  4. (βιβλιογραφία) σημάδι που δείχνει ότι υπάρχει κάπου αλλού μία διευκρίνηση ή άλλη πληροφορία σχετική με το κείμενο
  5. (κατ’ επέκταση) η σημείωση, το κείμενο σε κάποιο χώρο, εκτός του κανονικού κειμένου, στο οποίο αναφέρεται η παραπομπή (4)

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παραπομπή < παραπέμπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παραπομπή θηλυκό

  1. η συνοδεία
  2. η μεταφορά αντικειμένων ή ατόμων