Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραπομπή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραπομπή οι παραπομπές
      γενική της παραπομπής των παραπομπών
    αιτιατική την παραπομπή τις παραπομπές
     κλητική παραπομπή παραπομπές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραπομπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραπομπή < παραπέμπω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική renvoi[1]. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + πομπή  δείτε τη λέξη πέμπω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾa.pomˈbi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παραπομπή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραπομπή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
  2. η αναφορά σε κάποιον ή κάτι
  3. η μεταφορά μιας υπόθεσης σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία
    παράδειγμα  Η ανακάλυψη νέων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υπόθεσης στον εισαγγελέα.
  4. (βιβλιογραφική παραπομπή) το σημάδι που δείχνει ότι υπάρχει κάπου αλλού μία διευκρίνιση ή άλλη πληροφορία σχετική με το κείμενο
  5. (κατ’ επέκταση) η σημείωση, το κείμενο σε κάποιο χώρο, εκτός του κανονικού κειμένου, στο οποίο αναφέρεται η παραπομπή (4)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις παρά, πομπή και πέμπω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παραπομπή αἱ παραπομπαί
      γενική τῆς παραπομπῆς τῶν παραπομπῶν
      δοτική τῇ παραπομπ ταῖς παραπομπαῖς
    αιτιατική τὴν παραπομπήν τὰς παραπομπᾱ́ς
     κλητική ! παραπομπή παραπομπαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παραπομπᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  παραπομπαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραπομπή < παραπέμπω, θέμα πομπ- + . Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + πομπή.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραπομπή θηλυκό

  1. η συνοδεία
  2. η μεταφορά αντικειμένων ή ατόμων

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις παραπέμπω, πομπή και πέμπω