παραπομπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραπομπή οι παραπομπές
      γενική της παραπομπής των παραπομπών
    αιτιατική την παραπομπή τις παραπομπές
     κλητική παραπομπή παραπομπές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραπομπή
  1. αρχαία ελληνική παραπομπή
  2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική renvoi

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραπομπή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
  2. η αναφορά σε κάποιον ή κάτι
  3. η μεταφορά μιας υπόθεσης σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία
    η ανακάλυψη νέων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υπόθεσης στον εισαγγελέα
  4. (βιβλιογραφία) σημάδι που δείχνει ότι υπάρχει κάπου αλλού μία διευκρίνηση ή άλλη πληροφορία σχετική με το κείμενο
  5. (κατ' επέκταση) η σημείωση, το κείμενο σε κάποιο χώρο, εκτός του κανονικού κειμένου, στο οποίο αναφέρεται η παραπομπή (4)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραπομπή < παραπέμπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραπομπή θηλυκό

  1. η συνοδεία
  2. η μεταφορά αντικειμένων ή ατόμων