παρασιτώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρασιτώ < αρχαία ελληνική παρασιτέω / παρασιτῶ < παράσιτος < παρά + σῖτος (κυριολεκτική σημασία: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parasiter)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɾa.siˈto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρα‐σι‐τώ
Ρήμα
[επεξεργασία]παρασιτώ
- (κυριολεκτικά, μεταφορικά) ζω ως παράσιτο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | παρασιτώ | παρασιτούσα | θα παρασιτώ | να παρασιτώ | παρασιτώντας | |
| β' ενικ. | παρασιτείς | παρασιτούσες | θα παρασιτείς | να παρασιτείς | (παρασίτει) | |
| γ' ενικ. | παρασιτεί | παρασιτούσε | θα παρασιτεί | να παρασιτεί | ||
| α' πληθ. | παρασιτούμε | παρασιτούσαμε | θα παρασιτούμε | να παρασιτούμε | ||
| β' πληθ. | παρασιτείτε | παρασιτούσατε | θα παρασιτείτε | να παρασιτείτε | παρασιτείτε | |
| γ' πληθ. | παρασιτούν(ε) | παρασιτούσαν(ε) | θα παρασιτούν(ε) | να παρασιτούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | παρασίτησα | θα παρασιτήσω | να παρασιτήσω | παρασιτήσει | ||
| β' ενικ. | παρασίτησες | θα παρασιτήσεις | να παρασιτήσεις | παρασίτησε | ||
| γ' ενικ. | παρασίτησε | θα παρασιτήσει | να παρασιτήσει | |||
| α' πληθ. | παρασιτήσαμε | θα παρασιτήσουμε | να παρασιτήσουμε | |||
| β' πληθ. | παρασιτήσατε | θα παρασιτήσετε | να παρασιτήσετε | παρασιτήστε | ||
| γ' πληθ. | παρασίτησαν παρασιτήσαν(ε) |
θα παρασιτήσουν(ε) | να παρασιτήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω παρασιτήσει | είχα παρασιτήσει | θα έχω παρασιτήσει | να έχω παρασιτήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις παρασιτήσει | είχες παρασιτήσει | θα έχεις παρασιτήσει | να έχεις παρασιτήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει παρασιτήσει | είχε παρασιτήσει | θα έχει παρασιτήσει | να έχει παρασιτήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε παρασιτήσει | είχαμε παρασιτήσει | θα έχουμε παρασιτήσει | να έχουμε παρασιτήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε παρασιτήσει | είχατε παρασιτήσει | θα έχετε παρασιτήσει | να έχετε παρασιτήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν παρασιτήσει | είχαν παρασιτήσει | θα έχουν παρασιτήσει | να έχουν παρασιτήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- παρασιτώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παρασιτώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)