παρασκεύασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρασκεύασμα παρασκευάσματα
γενική παρασκευάσματος παρασκευασμάτων
αιτιατική παρασκεύασμα παρασκευάσματα
κλητική παρασκεύασμα παρασκευάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρασκεύασμα < ελληνιστική κοινή παρασκεύασμα (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική préparation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρασκεύασμα ουδέτερο

  • κάτι που παρασκευάστηκε, που φτιάχτηκε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο από άλλα, συνήθως χημικά ή οργανικά, υλικά
    τροφικό παρασκεύασμα, φαρμακευτικό παρασκεύασμα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]