παρασπονδία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρασπονδία < παρασπονδ(ώ) + -ία (μαρτυρείται από το 1893)[1] < αρχαία ελληνική παρασπονδέω / παρασπονδῶ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɾa.sponˈði.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρα‐σπον‐δί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρασπονδία θηλυκό
- αθέτηση τμήματος συμφωνίας ή συνθήκης ή δέσμευσης που έχουμε απέναντι σε κάποιον
- ※ Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη παρασπονδώ, παρα- & σπονδή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ 1893, στον πληθυντικό παρασπονδίαι - παρασπονδία, σελ.779, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παρα- (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)