παρασχεθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρασχεθείς μετοχή του αορίστου παρεσχέθην του ρήματος παρέχω < ἔχω

Μετοχή[επεξεργασία]

παρασχεθείς, παρασχεθείσα, παρασχεθέν

  1. που έχει χορηγηθεί/δοθεί/παρασχεθεί -χρησιμοποιείται σε καθιερωμένες, τυποποιημένες ή σχετικά επίσημες και επιστημονικές ή γραφειοκρατικές εκφράσεις
    οι παρασχεθείσες υπηρεσίες/πρώτες βοήθειες/διαβεβαιώσεις, παρασχεθέντα δικαιολογητικά/ ο παρασχεθείς χρόνος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]