παρασύρομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρασύρομαι < παθητική φωνή του ρήματος παρασύρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρασύρομαι, πρτ.: παρασυρόμουν(α), στ.μέλλ.: θα παρασυρθώ, αόρ.: παρασύρθηκα, μτχ.π.π.: παρασυρμένος

  1. με παρασέρνει κάποιος ή κάτι
  2. χάνω τον έλεγχο των πράξεών μου και υποκύπτω σε πάθος ή παρόρμηση
    παρασύρθηκα και τον έβρισα άσχημα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]