παρατίθημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρατίθημι < παρά + τίθημι

Ρήμα[επεξεργασία]

παρατίθημι, μέση φωνή: παρατίθεμαι

  • ενεργητική φωνή
  1. παραθέτω, τοποθετώ, βάζω κάτι κοντά σε άλλο ή άλλα
  2. (με αιτιατική ή δοτική) παραδίνω με άλλους κάτι σε κάποιον ή κάποιους
  3. (με απαρέμφατο) θεωρώ, λογαριάζω με άλλους.
  • (παθητική φωνή)
  1. παρατάσσομαι δίπλα σε

Μεταφράσεις[επεξεργασία]