παρατείνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρατείνω < αρχαία ελληνική παρατείνω < παρά + τείνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρατείνω, παρατ.: παρέτεινα, στιγμ. μέλλ.: θα παρατείνω, αόρ.: παρέτεινα , παθ.φωνή: παρατείνομαι , μτχ.π.π.: παρατεταμένος

  1. κάνω μεγαλύτερο ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο εξελίσσεται κάτι ή υπάρχει κάτι, το επεκτείνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]