παρατείνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρατείνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παρατείνω[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.raˈti.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρα‐τεί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]παρατείνω (μεταβατικό), πρτ.: παρέτεινα, στ.μέλλ.: θα παρατείνω, αόρ.: παρέτεινα, παθ.φωνή: παρατείνομαι, μτχ.π.π.: παρατεταμένος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παρατείνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]παρατείνω
- (μεταβατικό)
- εκτείνω κατά μήκος ή δίπλα, επεκτείνω τη γραμμή της μάχης
- (παθητική φωνή) είμαι τεντωμένος κατά μήκος
- βασανίζω, καταπονώ
- (παθητική φωνή) είμαι κουρασμένος, φθαρμένος, εξαντλημένος
- (παθητική φωνή) παρατείνεσθαι εἰς τοὔσχατον: αγωνίζομαι μέχρις εσχάτων, κρατώ μέχρι το τέλος
- προεκτείνω, παρατείνω
- (για προφορά) επιμηκύνω στην προφορά
- εκτείνω κατά μήκος ή δίπλα, επεκτείνω τη γραμμή της μάχης
- (αμετάβατο)
- (για τείχος, συνοριογραμμή χώρας) τεντώνω κατά μήκος
- (για χρόνο) συνεχίζω, εξακολουθώ την ζωή μου
Πηγές
[επεξεργασία]- παρατείνω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παρατείνω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παρα- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)