Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρατείνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρατείνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παρατείνω[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.raˈti.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παρατείνω

παρατείνω (μεταβατικό), πρτ.: παρέτεινα, στ.μέλλ.: θα παρατείνω, αόρ.: παρέτεινα, παθ.φωνή: παρατείνομαι, μτχ.π.π.: παρατεταμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. παρατείνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρατείνω < παρα- + τείνω

παρατείνω