παρατρεχάμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παρατρεχάμενος παρατρεχάμενη παρατρεχάμενο
γενική παρατρεχάμενου παρατρεχάμενης παρατρεχάμενου
αιτιατική παρατρεχάμενο παρατρεχάμενη παρατρεχάμενο
κλητική παρατρεχάμενε παρατρεχάμενη παρατρεχάμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρατρεχάμενοι παρατρεχάμενες παρατρεχάμενα
γενική παρατρεχάμενων παρατρεχάμενων παρατρεχάμενων
αιτιατική παρατρεχάμενους παρατρεχάμενες παρατρεχάμενα
κλητική παρατρεχάμενοι παρατρεχάμενες παρατρεχάμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρατρεχάμενος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

παρατρεχάμενος

  1. αυτός που προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ισχυρά πρόσωπα για να κερδίσει την εύνοιά τους
    • ενδοσυστημικός βοηθός - αρωγός κατώτερης ιεραρχικής βαθμίδας, υπάλληλος, άμισθος ή έμμισθος αρωγός
    • κωλοφιλητής, υποτακτικός, δουλάκι, το παιδί για όλες τις δουλειές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]