παραφερνάλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα παραφερνάλια
      γενική των παραφερναλίων
    αιτιατική τα παραφερνάλια
     κλητική παραφερνάλια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραφερνάλια < αγγλική paraphernalia < μεσαιωνική λατινική paraphernalia < ελληνιστική παράφερνα < παρά + αρχαία ελληνική φερνή (αντιδάνειο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραφερνάλια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • συνέπειες
    Συνώνυμα: παρεπόμενα, συνακόλουθα
    Το θέμα της πολιτικής ορθότητας ξεδιπλώθηκε, τεντώθηκε, αναλύθηκε και σαφώς έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ορισμένοι τράφηκαν από όλο αυτό το ενδιαφέρον. Τράφηκαν κυριολεκτικά, δηλαδή βρήκαν το θέμα που ελκύει κονδύλια για τα συνέδρια, τις έρευνες, τις εκδόσεις και τα παραφερνάλια. Τα πάντα μπορούν να γίνουν αντικείμενο καταμέτρησης και ανάλυσης. (Εφημερίδα Το Βήμα, 4/4/2013)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]