παρδαλός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παρδαλός παρδαλή παρδαλό
γενική παρδαλού παρδαλής παρδαλού
αιτιατική παρδαλό παρδαλή παρδαλό
κλητική παρδαλέ παρδαλή παρδαλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρδαλοί παρδαλές παρδαλά
γενική παρδαλών παρδαλών παρδαλών
αιτιατική παρδαλούς παρδαλές παρδαλά
κλητική παρδαλοί παρδαλές παρδαλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρδαλός < ελληνιστική κοινή πάρδαλος < αρχαία ελληνική πάρδαλις

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παρδαλός -ή -ό

  1. πολύχρωμος
    • (ειδικότερα) (για ζώα) που έχει στίγματα ή κηλίδες
  2. χρωματιστός
    • (ειδικότερα) (μειωτικά) που έχει πολλά και ανόμοια χρώματα
  3. (μεταφορικά) (για γυναίκα) ελευθερίων ηθών

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]