παρδαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρδαλός η παρδαλή το παρδαλό
      γενική του παρδαλού της παρδαλής του παρδαλού
    αιτιατική τον παρδαλό την παρδαλή το παρδαλό
     κλητική παρδαλέ παρδαλή παρδαλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρδαλοί οι παρδαλές τα παρδαλά
      γενική των παρδαλών των παρδαλών των παρδαλών
    αιτιατική τους παρδαλούς τις παρδαλές τα παρδαλά
     κλητική παρδαλοί παρδαλές παρδαλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρδαλός < ελληνιστική κοινή πάρδαλος < αρχαία ελληνική πάρδαλις

Επίθετο[επεξεργασία]

παρδαλός -ή -ό

  1. πολύχρωμος
  2. χρωματιστός
  3. (μεταφορικά) (για γυναίκα) ελευθερίων ηθών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]