παρεκκλήσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρεκκλήσι παρεκκλήσια
γενική παρεκκλησιού παρεκκλησιών
αιτιατική παρεκκλήσι παρεκκλήσια
κλητική παρεκκλήσι παρεκκλήσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρεκκλήσι < μεσαιωνική ελληνική παρεκκλήσιον < παρά + ἐκκλησία < καλέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρεκκλήσι ουδέτερο

  • (θρησκεία) μικρή εκκλησία που βρίσκεται συνήθως έξω από τον αστικό ιστό ή εντός αυτού, εξαρτώμενο από μεγαλύτερη εκκλησία ή ανήκει σε ιδιώτη ή κάποιο ίδρυμα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]