παρεμποδίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρεμποδίζω < παρά + εμποδίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρεμποδίζω

  1. δημιουργώ ή παρεμβάλλω εμπόδιο σε κάτι (δι' έργου, ή λόγου, ή αξίωσης)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]