παρενέργεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρενέργεια < παρα- + ενέργεια < μεταφραστικό δάνειο από την γερμανική Nebenwirkung

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρενέργεια θηλυκό

  1. (ειδικότερα) πρόσθετη ανεπιθύμητη επίδραση φαρμακευτικής ουσίας ή σκευάσματος στον οργανισμό ατόμων όταν το χρησιμοποιούν
  2. (συνεκδοχικά) αρνητική συνέπεια κάποιου γεγονότος ή κάποιας ενέργειας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]