Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρεξήγησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

παρεξήγησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ