παρθενογένεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρθενογένεση παρθενογενέσεις
γενική παρθενογένεσης
& παρθενογενέσεως
παρθενογενέσεων
αιτιατική παρθενογένεση παρθενογενέσεις
κλητική παρθενογένεση παρθενογενέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρθενογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: Πρότυπο:ετυμ Gr parthénogenèse < αρχαία ελληνική παρθένος + γένεσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paɾ.θε.nɔ.ʝε.nε.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρθενογένεση θηλυκό

  1. η γέννηση ή η δημιουργία κάποιου οργανισμού χωρίς τη συμμετοχή του αρσενικού στην αναπαραγωγική διαδικασία
  2. (μεταφορικά) η δημιουργία απ’ το μηδέν, απ’ το τίποτα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]