παρκάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]παρκάρω, αόρ.: πάρκαρα/παρκάρισα, παθ.φωνή: παρκάρομαι, π.αόρ.: παρκαρίστηκα, μτχ.π.π.: παρκαρισμένος
- σταθμεύω όχημα
- ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr )
- άλλες μορφές: παρκέρνω (λαϊκότροπο)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | παρκάρω | πάρκαρα | θα παρκάρω | να παρκάρω | παρκάροντας | |
| β' ενικ. | παρκάρεις | πάρκαρες | θα παρκάρεις | να παρκάρεις | πάρκαρε | |
| γ' ενικ. | παρκάρει | πάρκαρε | θα παρκάρει | να παρκάρει | ||
| α' πληθ. | παρκάρουμε | παρκάραμε | θα παρκάρουμε | να παρκάρουμε | ||
| β' πληθ. | παρκάρετε | παρκάρατε | θα παρκάρετε | να παρκάρετε | παρκάρετε | |
| γ' πληθ. | παρκάρουν(ε) | πάρκαραν παρκάραν(ε) |
θα παρκάρουν(ε) | να παρκάρουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | παρκάρισα | θα παρκαρίσω | να παρκαρίσω | παρκαρίσει | ||
| β' ενικ. | παρκάρισες | θα παρκαρίσεις | να παρκαρίσεις | παρκάρισε | ||
| γ' ενικ. | παρκάρισε | θα παρκαρίσει | να παρκαρίσει | |||
| α' πληθ. | παρκαρίσαμε | θα παρκαρίσουμε | να παρκαρίσουμε | |||
| β' πληθ. | παρκαρίσατε | θα παρκαρίσετε | να παρκαρίσετε | παρκαρίστε | ||
| γ' πληθ. | παρκάρισαν παρκαρίσαν(ε) |
θα παρκαρίσουν(ε) | να παρκαρίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω παρκαρίσει | είχα παρκαρίσει | θα έχω παρκαρίσει | να έχω παρκαρίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις παρκαρίσει | είχες παρκαρίσει | θα έχεις παρκαρίσει | να έχεις παρκαρίσει | έχε παρκαρισμένο | |
| γ' ενικ. | έχει παρκαρίσει | είχε παρκαρίσει | θα έχει παρκαρίσει | να έχει παρκαρίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε παρκαρίσει | είχαμε παρκαρίσει | θα έχουμε παρκαρίσει | να έχουμε παρκαρίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε παρκαρίσει | είχατε παρκαρίσει | θα έχετε παρκαρίσει | να έχετε παρκαρίσει | έχετε παρκαρισμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν παρκαρίσει | είχαν παρκαρίσει | θα έχουν παρκαρίσει | να έχουν παρκαρίσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) παρκαρισμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) παρκαρισμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) παρκαρισμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) παρκαρισμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | παρκάρομαι | παρκαρόμουν(α) | θα παρκάρομαι | να παρκάρομαι | ||
| β' ενικ. | παρκάρεσαι | παρκαρόσουν(α) | θα παρκάρεσαι | να παρκάρεσαι | παρκάρου | |
| γ' ενικ. | παρκάρεται | παρκαρόταν(ε) | θα παρκάρεται | να παρκάρεται | ||
| α' πληθ. | παρκαρόμαστε | παρκαρόμαστε παρκαρόμασταν |
θα παρκαρόμαστε | να παρκαρόμαστε | ||
| β' πληθ. | παρκάρεστε | παρκαρόσαστε παρκαρόσασταν |
θα παρκάρεστε | να παρκάρεστε | παρκάρεστε | |
| γ' πληθ. | παρκάρονται | παρκάρονταν παρκαρόντουσαν |
θα παρκάρονται | να παρκάρονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | παρκαρίστηκα | θα παρκαριστώ | να παρκαριστώ | παρκαριστεί | ||
| β' ενικ. | παρκαρίστηκες | θα παρκαριστείς | να παρκαριστείς | παρκαρίσου | ||
| γ' ενικ. | παρκαρίστηκε | θα παρκαριστεί | να παρκαριστεί | |||
| α' πληθ. | παρκαριστήκαμε | θα παρκαριστούμε | να παρκαριστούμε | |||
| β' πληθ. | παρκαριστήκατε | θα παρκαριστείτε | να παρκαριστείτε | παρκαριστείτε | ||
| γ' πληθ. | παρκαρίστηκαν παρκαριστήκαν(ε) |
θα παρκαριστούν(ε) | να παρκαριστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω παρκαριστεί | είχα παρκαριστεί | θα έχω παρκαριστεί | να έχω παρκαριστεί | παρκαρισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις παρκαριστεί | είχες παρκαριστεί | θα έχεις παρκαριστεί | να έχεις παρκαριστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει παρκαριστεί | είχε παρκαριστεί | θα έχει παρκαριστεί | να έχει παρκαριστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε παρκαριστεί | είχαμε παρκαριστεί | θα έχουμε παρκαριστεί | να έχουμε παρκαριστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε παρκαριστεί | είχατε παρκαριστεί | θα έχετε παρκαριστεί | να έχετε παρκαριστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν παρκαριστεί | είχαν παρκαριστεί | θα έχουν παρκαριστεί | να έχουν παρκαριστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι παρκαρισμένος - είμαστε, είστε, είναι παρκαρισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν παρκαρισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν παρκαρισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι παρκαρισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι παρκαρισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι παρκαρισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι παρκαρισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παρκάρω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)