παρκάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρκάρω < γαλλική parquer

Ρήμα[επεξεργασία]

παρκάρω

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. παρκάρω πάρκαρα θα παρκάρω να παρκάρω παρκάροντας
β' ενικ. παρκάρεις πάρκαρες θα παρκάρεις να παρκάρεις πάρκαρε
γ' ενικ. παρκάρει πάρκαρε θα παρκάρει να παρκάρει
α' πληθ. παρκάρουμε παρκάραμε θα παρκάρουμε να παρκάρουμε
β' πληθ. παρκάρετε παρκάρατε θα παρκάρετε να παρκάρετε παρκάρετε
γ' πληθ. παρκάρουν(ε) πάρκαραν
παρκάραν(ε)
θα παρκάρουν(ε) να παρκάρουν(ε)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]