παρκάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρκάρω < γαλλική parquer

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρκάρω

  1. σταθμεύω όχημα.

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. παρκάρω πάρκαρα θα παρκάρω να παρκάρω παρκάροντας
β' ενικ. παρκάρεις πάρκαρες θα παρκάρεις να παρκάρεις πάρκαρε
γ' ενικ. παρκάρει πάρκαρε θα παρκάρει να παρκάρει
α' πληθ. παρκάρουμε παρκάραμε θα παρκάρουμε να παρκάρουμε
β' πληθ. παρκάρετε παρκάρατε θα παρκάρετε να παρκάρετε παρκάρετε
γ' πληθ. παρκάρουν(ε) πάρκαραν
παρκάραν(ε)
θα παρκάρουν(ε) να παρκάρουν(ε)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]