παρκέ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρκέ < γαλλική parquet < parc < μεσαιωνική λατινική parcus / parricus < πρωτογερμανικά *parrukaz (φράχτης) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)par- (δοκάρι, κούτσουρο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρκέ ουδέτερο άκλιτο

  1. πάτωμα από λειασμένες σανίδες τυποποιημένων διαστάσεων
  2. (κατ’ επέκταση) το δάπεδο ενός γηπέδου (μπάσκετ, βόλεϊ κ.λπ.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]