παροίχομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παροίχομαι < παρά + οἴχομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παροίχομαι, παρακείμενος: παρῴχηκα και μεταγενέστερο παρῴχημαι

  1. έχω περάσει, έχω παρέλθει (με τοπική ή χρονική σημασία)
  2. (γραμματική) (για χρόνους) αναφέρομαι στο παρελθόν
  3. είμαι νεκρός, γίνομαι σαν νεκρός
  4. (με γενική) απομακρύνομαι από κάτι

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]