παροικιακός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]παροικιακός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη πάροικος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παροικιακός
|
|
παροικιακός
|
|