παροιμιώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

παροιμιώδης < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

παροιμιώδης

  1. αυτός που λέγεται σαν παροιμία
  2. αυτός που είναι γνωστός και ξακουστός σε όλους, ο περιώνυμος.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]